ἁλία


ἁλία
ἁλία, Versammlung; die Volksversammlung der Byzantier
--------------------------------
ἁλία, Salzfaß; zugleich eine Anspielung auf das Meer

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • Ἁλία — Ἁλίᾱ , Ἁλίη fem nom/voc/acc dual Ἁλίᾱ , Ἁλίη fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁλία — ἁ̱λίᾱ , ἅλιος 1 of the sea fem nom/voc/acc dual ἁ̱λίᾱ , ἅλιος 1 of the sea fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ἁλίᾱ , ἅλιος 2 fruitless fem nom/voc/acc dual ἁλίᾱ , ἅλιος 2 fruitless fem nom/voc sg (attic doric aeolic) ἁλίᾱ , ἁλία assembly of …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁλίᾳ — ἁ̱λίᾱͅ , ἅλιος 1 of the sea fem dat sg (attic doric aeolic) ἁλίᾱͅ , ἅλιος 2 fruitless fem dat sg (attic doric aeolic) ἁλίαι , ἁλία assembly of people fem nom/voc pl ἁλίᾱͅ , ἁλία assembly of people fem dat sg (attic doric aeolic) ἁλίᾱͅ , ἁλίη fem… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλία — I Ονομασία της εκκλησίας του δήμου σε πολλές δωρικές πόλεις της αρχαίας Ελλάδας και κυρίως στη Σπάρτη. H α. δεν είχε απεριόριστη εξουσία όπως η εκκλησία του δήμου στην εποχή της αθηναϊκής δημοκρατίας. II (halia). Με την ονομασία αυτή είναι γνωστά …   Dictionary of Greek

  • Ἁλίᾳ — Ἁλίαι , Ἁλίη fem nom/voc pl Ἁλίᾱͅ , Ἁλίη fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁλιᾶ — ἁλιεύς one who has to do with the sea masc acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἁλιά — Ἁλιάς fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁλιά — ἅλιας fem voc sg ἁλιάς of fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἅλια — ἅ̱λια , ἅλιος 1 of the sea neut nom/voc/acc pl ἅ̱λια , ἅλιος 1 of the sea neut nom/voc/acc pl ἅλιος 2 fruitless neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κακ(κ)αλία — κακ(κ)αλία, ἡ (Α) 1. το φυτό στρύχνο το υπνωτικό 2. το ποώδες φυτό μερκουριαλίς. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Εικάζεται πιθ. σχέση με την αιγυπτιακής προελεύσεως ονομασία φυτών ακακαλίς] …   Dictionary of Greek

  • Ιζετμπέκοβιτς, Αλία — (Aliyia Izetbegovic, Βοσάνσκι, Σάμακ 1925 –). Βόσνιος πολιτικός. Σπούδασε νομικά και σταδιοδρόμησε αρχικά ως νομικός σύμβουλος σε διάφορες εταιρείες και κατόπιν ως πολιτικός. Συγκρούστηκε με την ηγεσία του Κομουνιστικού Κόμματος, από το οποίο… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.